Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010

Ονειρα στο σκοταδι - Μερος Πρωτο



Ολα αυτα που ειδα τις μερες που εργαστηκα στο νοσοκομειο επηρεασαν βαθυτατα την ψυχολογια μου και μαλιστα μπορω να πω οτι αναθεωρησα τις αποψεις μου για τον ανθρωπο, τη ζωη και τον Θεο. Αρχισα σιγα σιγα να κατανοω την αληθεια, κατι που με τον καιρο συνειδητοποιησα πως προκειται για το πιο επικινδυνο πραγμα απο ολα. Αρχισα να σκεφτομαι οτι η θρησκεια, το αγαθο πνευμα του Χριστου και οι πατερες τις εκκλησιας μονον καλο εκαναν στην ανθρωποτητα. Το ανθρωπινο μυαλο ποσο μπορει να αντεξει στον πονο και την θλιψη, στην εξαθλιωση και την πσρακμη? Που σταματανε τα ορια της λογικης και ποιος τολμα να βαδισει στα μονοπατια της τρελας?  Καθε φορα που γυρνουσα στο σπιτι μετα τη δουλεια, ενιωθα οτι περπατουσα μονος μου στη πολη, βυθισμενος μεσα στις σκεψεις μου, αναρωτιομουν πως ο ανθρωπος θα αντεχε το βαρος της πραγματικοτητας αν ξαφνικα τραβουσαμε το φανταχτερο, γεματο αγαπες, φιλους  και αγγελους χαλι κατω απο τα ποδια του και πως, τοτε, θα ματωναν τα γονατα του απο τα παρακαλητα σε εναν αδιαφορο Θεο. Παρακμη και εξαθλιωση. Αγαπη και φροντιδα. Οι σκιες του Διαβολου και των Αγγελων με ακολουθουσανε μεσα στις αιθουσες και τα δωματια του νοσοκομειου, επαιζαν μαζι μου και ταρακουνουσαν  τη σκεψη μου. Απο τη μια ο Κακος να μου ψιθυριζει την απολυτη ματαιοτητα των παντων και απο την αλλη οι Φυλακες των Μυστικων οτι το μονο που εχει σημασια στο ταξιδι σου ειναι να αινεις τον Κυριο, καθως αυτος θα σε δοκιμαζει. Τα νοσοκομεια ομως ειναι μια μικρη κολαση και ολοι ξερουμε ποιος ειναι ο αφεντης της. Ετσι λοιπον, οι σκεψεις μου για την ματαιοτητα της ανθρωπινης υπαρξης επικρατησαν, αρχισα να βλεπω ανθρωπους να περιφερονται σαν κουφαρια χωρις νοημα και σκοπο, χωρις να γνωριζουν τι… δεν τους περιμενει μετα, χωρις να σκεφτονται οτι το λευκο κρεβατι του ασθενη καποια στιγμη θα φιλοξενησει το αδυναμο και σιχαμερο κορμι τους. Ο Διαβολος βουτηξε το δαχτυλο του στη πικρη αληθεια και επειτα το πιεσε μεσα στο κεφαλι μου. Ξεφνικα ολα φανταζαν τοσο διαφορετικα που ηταν λες και εβλεπες την ζωη μεσα απο βουβη, ασπροομαυρη ταινια του 1920. Αυτη η αισθηση μου ειχε δημιουρησει και μια αποστροφη απο το φαγητο με αποτελεσμα να αδυνατησω ακομα περισσοτερο. 


Ο ουρανος ηταν ενα απεραντο γκριζο και η υγρασια για αλλη μια μερα ηταν στο μεγιστο. Δεν ειχε σχεδον καθολου κρυο για Νοεμβρη αλλα υπηρχε μια αισθηση στη μουντη ατμοσφαιρα οτι θα ακολουθησει ενας πραγματικα βαρυς χειμωνας. Ηταν 7.00 το πρωι. Η Παλια Πολη θυμιζε αλλες εποχες ετσι υγρη και ησυχη που ηταν, τα κορακια ειχαν σκαρφαλωσει στις καμιναδες σπρωχνοντας το ενα το αλλο για μια καλη θεση κι εγω απολαμβανα ενα ζεστο καφε κοιταζοντας εξω το γραφικο χειμωνιατικο τοπιο. Παντα ηθελα ενα σπιτι οπου να μπορω να βαλω το γραφιακι μου στο παραθυρο και αυτη τη φορα βρηκα αυτο που εψαχνα, ενα γραφικο στουντιο με ξυλινα επιπλα και ενα ομορφο μπαλκονακι που βλεπει μπροστα στο πεζοδρομο  με τις λαμπες να θυμιζουν παλιο Παρισι. Ρουφηξα την τελευταια γουλια πριν φυγω και εριξα μια ματια στον υπολογιστη μου για το προγραμμα αποκαταστασης και το ιστορικο του ασθενη που ειχα για σημερα:  Σταματης Δουκας, 67 ετων, κρανιοεγκεφαλικη κακωση απο πεσιμο στο σπιτι. Μαλιστα…

Ο δρομος μου για τη σταση του λεωφορειου περνουσε απο δυο εκκλησιες, τον Προφητη Ηλια και τον Αγιο Δημητριο, και οι δυο εκκλησιες παλιες, γεματες ασχημες μνημες και φωνες μαρτυρων απο τα υπογεια. Μου αρεσουν οι παλιες εκκλησιες, κυριως για την ιδιαιτερη αρχιτεκτονικη τους και για το οτι μπορουσα να παω και να ηρεμησω στις αυλες, σε ενα παγκακι, ακουγοντας την αγαπημενη μου μουσικη στα ακουστικα. Καθως συνεχισα να βαδιζω επιασα τον εαυτο μου να εχει αφαιρεθει τελειως απο τη πραγματικοτητα – κατι που τον τελευταιο καιρο συνεβαινε συχνα - και να ταξιδευει στις αιθουσες και τα δωματια του νοσοκομειου, οχι, δεν βιαζομουν να παω να εργαστω, απλα στο δωματιο που βρεθηκα ξαφνικα υπηρχε μονο πονος και απογνωση… εκει μεσα ειχαν μεταφερει πριν 6 μηνες ενα παλικαρι μολις 24 χρονων με βαρια τραυματα στο σωμα και το κεφαλι. Η βλαβη ηταν ανεπανορθωτη, ενα μεγαλο μερος του κρανιου ειχε αφαιρεθει και ο καημενος Βασιλακης δεν επικοινωνουσε καθολου, απο την μοιραια μερα εως σημερα δεν εχει δωσει κανενα σημαδι οτι καταλαβαινει τους γυρω του, ουτε καν οταν η μητερα του ζητησε να του βαλουμε λιγη κανελα στη μυτη μιας και ηταν η αγαπημενη του μυρωδια. Καμια αντιδραση. Οι γιατροι ειχαν εστιασει δινοντας ολες τις δυναμεις τους στον εγκεφαλο με αποτελεσμα να παραμελησουν το σωμα και ετσι η κυφωση, τα παραμορφωμενα μελη αλλα και η οψη του αγοριου να κανουν ακομα πιο θλιβερη την  κατασταση. «Ηταν στο φαναρι με το μηχανακι, μολις πριν πεντε λεπτα μου ελεγε «Μανα, κανε καφε γιατι σου εχω τα καλυτερα νεα…». Ενας οδηγος, ενα καθαρμα, με υπερβολικη ταχυτητα τον πεταξε πανω απο εισοσι μετρα… γιατι το παιδι μου? Κοιτα λιγο τα ματια του και πες μου, γιατι στο παδι μου?» Τα ματια του ηταν πραγματικα αγγελικα, ειχαν ενα τοσο εντονο μπλε χρωμα που μια μερα αναρωτηθηκα αν ηταν και πριν ετσι.  Ειναι το χειροτερο περιστατικο που εχω αναλαβει, το πιο δυσκολο και το πιο ψυχοφθορο. Οι γονεις εχουν γεμισει το δωματιο του Βασιλη με εικονες Μαρτυρων και… «Ει!!! Μα καλα θα σε πατησει κανενα αμαξι ετσι που πηγαινεις, δεν ακους που σε φωναζω?» Μια γλυκια φωνη ηρθε να μου θυμισει οτι δεν περπατω μονος μου στο δρομο. Ηταν η Καιτη… Καιτη… ενα κοριτσι που επαιξε καθοριστικο ρολο στη ζωη μου και με επηρεασε οσο κανεις αλλος. «τελευταια σε πετυχαινω συνεχεια, ουτε ραντεβου να διναμε σε αυτο το σημειο. Πας στη δουλεια, ε?» ειπα καπως αμηχανα, με τον ηχο της φωνης μου μολις να μπορει να ακουστει.

«θα σε επαιρνα τηλεφωνο, θες να ερθω σπιτι σου σημερα το βραδυ? Ο αδερφος μου ηρθε χθες απο Κρητη και εφερε τη καλυτερη φουντα που εχω δοκιμασει! Λοιπον, τι λες? Σου εχω και μια εκπληξη…»

Την κοιταξα μεσα στα τεραστια, γεματα ζωντανια ματια της και αναρωτηθηκα πως μπορει να ειναι συνεχεια χαρουμενη. «Ωχ, οταν μιλας για εκπληξεις παντα κατι εντελως τρελο ετοιμαζεις… νομιζω οτι κατα τις 10.00 ειναι καλα για να μου χτυπησεις το κουδουνι. θα ηθελα να σε δω και να τα πουμε γενικα»

«τελεια! Σε αφηνω γιατι εχω αργησει – οπως παντα – και δεν με παιρνει να μεινω παλι χωρις εργασια. Οσο για την εκπληξη, αυτη τη φορα θελω να σε τρομαξω, να σε ταρακουνησω! Ελα, τα λεμε…»

Μου εδωσε ενα φιλι στο κουτελο λες και ημουν κανενα παιδακι.. μα που τη βρισκει τοση αυτοπεποιθηση? Την κοιταζα καθως απομακρυνοταν μεσα στα μαυρα της ρουχα και τα κοκκινα μακρια μαλλια της. Εκεινη, με ενα χαμογελο που εσταζε δηλητηριο μου εριχνε κλεφτες ματιες. Ηταν αναμφιβολα εκρηκτικη.

Σηκωσα το χερι και ενα οχημα γεματος αδιαφορους ανθρωπους με προσωπα γεματα απεχθεια σταματησε μπροστα μου. Ο Χαρος ειχε κανει σταση και φυσικα ο προορισμος ηταν μια μικρη κολαση, ενα νοσοκομειο.

Η σκεψη μου ειχε μεινει στο δωματιο του Βασιλακη, ομως, εδω θεωρω απαραιτητο να πω δυο λογια και για τη φιλη μου τη Καιτη.

(συνεχιζεται…)

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Georges Bataille - Story of the Eye (Part 1 - The Cat's Eye)



Με μεγάλωσαν εντελώς μόνο κι απ’ όσο θυμάμαι, κάθε τι που ‘χε σχέση με το σεξ, μου ‘φερνε αγωνία. Ήμουν γύρω στα δεκάξι όταν γνώρισα στη παραλία του χωριού Χ. ένα κορίτσι συνομήλικό μου, τη Σιμόν. Οι οικογενειές μας είχανε μακρινή συγγένεια, γι’ αυτό και τα πρώτα μας πάρε-δώσε, προχωρήσανε πολύ γρήγορα. Τρεις μέρες μετά τη γνωριμία, βρεθήκαμε μόνοι οι δυο μας στη βίλα της. Φορούσε μαύρη ποδιά μ’ άσπρο κολαριστό γιακά. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ πως το άγχος που μ’ έπιανε όταν την έβλεπα, την έπιανε κι εκείνη με μένα, ένα άγχος που τη μέρα κείνη, ήταν ακόμα μεγαλύτερο επειδή έλπιζα πως κάτω από τη ποδιά της ήταν τελείως γυμνή.
 

Φορούσε μαύρες μεταξωτές κάλτσες που φτάνανε πάνω από το γόνατο, ακόμα όμως δεν είχα καταφέρει να τη δω μέχρι τον κώλο (αυτή η λέξη, που χρησιμοποιούσαμε πάντα με τη Σιμόν, ήτανε για μένα το πιο ωραίο απ’ όλα τα ονόματα του σεξ). Φανταζόμουνα μόνο πως έτσι και σήκωνα λιγάκι τη ποδιά από πίσω, θα ‘βλεπα τ’ απόκρυφα μέρη της.


Σε μια γωνιά του διαδρόμου ήταν αφημένο ένα πιάτο με γάλα για τη γάτα.
 
-”Τα πιάτα είναι για να καθόμαστε”, είπε η Σιμόν. “Τι στοίχημα βάζεις ότι μπορώ να κάτσω μες στο πιάτο”;
 
-”Βάζω στοίχημα πως δε θα τολμήσεις”, απάντησα σχεδόν με κομμένη ανάσα. 


  Έκανε αφόρητη ζέστη. Η Σιμόν ακούμπησε το πιάτο σ’ ένα σκαμνάκι, στήθηκε μπρος μου και με τα μάτια της καρφωμένα στα δικά μου, κάθισε χωρίς να μπορώ να τη δω κάτω από τη ποδιά και μούσκεψε τους ζεματιστούς γλουτούς της στο δροσερό γάλα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι άρχισα να τρέμω, ενώ αυτή κοίταζε το σηκωμένο πέος μου που πίεζε από μέσα το πανταλόνι μου. Έμεινα έτσι για λίγο ασάλευτος μπροστά της. Δε κουνήθηκε από τη θέση της και για πρώτη φορά, είδα τη ροδόμαυρη σάρκα της που δροσιζότανε μες στο κάτασπρο γάλα. Καθίσαμε σ’ αυτή τη στάση πολλήν ώρα κι είμασταν κι οι δυο συγκλονισμένοι…
 
Ξαφνικά σηκώθηκε πάνω κι είδα το γάλα να τρέχει στα μπούτια της και να φτάνει ως τις κάλτσες. Σκουπίστηκε κανονικά μ’ ένα μαντίλι, όρθια πάνω από το κεφάλι μου, με το ‘να πόδι στο σκαμνάκι κι εγώ έτριβα μ’ όλη μου τη δύναμη τον πούτσο μου πάνω από το πανταλόνι, σφαδάζοντας από κάβλα, στο πάτωμα. Έτσι φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα σ’ οργασμό χωρίς καν να ‘χουμε αγγιχτεί. Όταν όμως γύρισε η μητέρα της κι η Σιμόν χώθηκε τρυφερά στην αγκαλιά της, εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία και χωρίς να με δούν, επειδή καθόμουνα σε χαμηλή πολυθρόνα, σήκωσα από πίσω τη ποδιά κι έχωσα, ανάμεσα από τα καφτά της μπούτια, το χέρι μου βαθιά μες στον κώλο της.
Γύρισα τρέχοντας σπίτι με τη λαχτάρα να τραβήξω κι άλλη μια μαλακία και τ’ άλλο βράδι, τα μάτια μου ήτανε τόσο κομμένα, που η Σιμόν, αφού πρώτα με κοίταξε καλά-καλά, έκρυψε το πρόσωπό της στον ώμο μου κι είπε σοβαρά:
 
-”Δε θέλω να μαλακιστείς άλλη φορά χωρίς εμένα”.
 
Έτσι, οι ερωτικές μας σχέσεις μ’ αυτό το κορίτσι, άρχισαν να γίνονται τόσο στενές κι αναπόφευκτες που σχεδόν δεν αντέχαμε να περάσει μια βδομάδα χωρίς να ειδωθούμε. Εντούτοις, γι’ αυτό το θέμα δεν έχουμε μιλήσει σχεδόν ποτέ. Καταλαβαίνω πως όταν με βλέπει, αισθάνεται αυτό που αισθάνομαι κι εγώ όταν τη βλέπω, μου ‘ναι σχεδόν αδύνατον όμως να εξηγήσω αυτό που μας συμβαίνει. Θυμάμαι μια μέρα που τρέχαμε σα παλαβοί με τ’ αυτοκίνητο, χτυπήσαμε μια ποδηλάτισσα που θα πρέπει να ‘τανε πολύ νέα κι όμορφη. Οι ρόδες του αυτοκινήτου μας, της είχαν κόψει το κεφάλι σε σημείο που της το ‘χανε χωρίσει από το σώμα. Μείναμε πολλήν ώρα στ’ αυτοκίνητο κοιτάζοντας μερικά μέτρα πιο κάτω, τη σκοτωμένη. Η φρίκη κι η απόγνωση που αισθάνεται κανείς μπροστά σε τόσες σάρκες βουτηγμένες στο αίμα, εν μέρει αηδιαστικές αλλά κι εν μέρει πανέμορφες, δε διαφέρουνε και πολύ απ’ αυτό που συνήθως νιώθουμε μεις οι δυο όταν κοιταζόμαστε. Η Σιμόν είναι ψηλή κι όμορφη. Η συμπεριφορά της γενικά είναι πολύ απλή, δεν υπάρχει τίποτα τ’ απελπισμένο ούτε στο βλέμμα, ούτε στη φωνή της. Στο σεξουαλικόν όμως, τη πιάνει ξαφνικά τέτοια βουλιμία για κάθε τι που συγκλονίζει, ώστε κι η παραμικρότερη διέγερση των αισθήσεων, κάνει μονομιάς το πρόσωπό της να παίρνει μιαν έκφραση που φέρνει αμέσως στο νου, όλα κείνα που ‘χουν να κάνουν με την ουσία της σεξουαλικότητας, το αίμα παραδείγματος χάρη, την ασφυξία, τον αιφνίδιο τρόμο, το έγκλημα, κάθε τι που καταστρέφει επ’ άπειρο την ανθρώπινη μακαριότητα κι εντιμότητα. Η πρώτη φορά που την είδα να τη πιάνει αυτή η βουβή και σύγκορμη σύσπαση, (που μ’ έπιασε και μένα), ήτανε τη μέρα που ‘κατσε στο πιάτο με το γάλα. Η αλήθεια είναι πως δε κοιταζόμαστε ίσια στα μάτια παρά μόνο σε τέτοιες στιγμές, τη γαλήνη όμως και την όρεξη για παιγνίδια τις βρίσκουμε μόνο λίγο μετά τον οργασμό, όταν χαλαρώνουμε.
 
Πρέπει να πω πως παρ’ όλ’ αυτά, πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κάνουμε έρωτα, εκμεταλλευόμασταν όμως όλες τις ευκαιρίες για να επιδοθούμε σ’ ασυνήθιστες πράξεις. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμασταν ντροπαλοί, κάθε άλλο μάλιστα, όμως κάτι ακατανίκητο μας έσπρωχνε και τους δυο να προκαλούμε ζευγαρωτά την αιδώ με τη μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά. Έτσι, πριν καλά-καλά ολοκληρώσει αυτό που μου ζητούσε, δηλαδή να μη ξανατραβήξω ποτέ πια μόνος μου μαλακία, (είμασταν στη κορυφή ενός απότομου βράχου που κρεμότανε πάνω από τη θάλασσα), μου κατέβασε το πανταλόνι, με ξαπλωσε καταγής, μάζεψε ως απάνω τα φουστάνια της, κάθισε στη κοιλιά μου κι αποξεχάστηκε, ενώ εγώ βύθιζα στον κώλο της ένα μου δάχτυλο, που το ‘χα προηγουμένως πασαλείψει με το νεαρό μου σπέρμα. Έπειτα γύρισε και ξάπλωσε προς τα μπρος, με το κεφάλι κάτω από το πέος μου, ανάμεσα στα μπούτια μου και σηκώνοντας ψηλά τον κώλο, μετακίνησε το κορμί της προς εμένα που σήκωνα με τέτοιο τρόπο το κεφάλι, ώστε να το φέρω στο ίδιο ύψος με τον κώλο της, έτσι που τα γόνατά της ήρθανε και στηριχτήκανε στους ώμους μου.
 
-”Μπορείς να κατουρήσεις προς τα πάνω και να το φτάσεις στον κώλο μου;” με ρώτησε.
 
-”Μπορώ” απάντησα, “έτσι που κάθεσαι όμως, θα σου κατουρήσω το φουστάνι και το πρόσωπο”.
 
-”Ε και;” μ’ έκοψεν αυτή αποφασιστικά κι έκανα αυτό που μου ‘πε. Δε πρόφτασα όμως να τελειώσω το κατούρημα κι ένα δεύτερο κύμα ξεχύθηκεν από μέσα μου και τη κατάβρεξε, τούτη τη φορά όμως ήταν όμορφο κάτασπρο σπέρμα.
 
Στο μεταξύ, η μυρωδιά της θάλασσας μπερδευότανε με τη μυρωδιά των μουσκεμένων εσωρρούχων, των γυμνών μας σωμάτων και του σπέρματος. Είχεν αρχίσει να βραδιάζει κι εμείς είμασταν πάντα σε κείνη την απίθανη στάση, χωρίς ν’ ανησυχούμε ή να κουνιόμαστε, οπότε κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα στα χόρτα.
 
-”Μη κουνιέσαι, σ’ ικετεύω”, μου ‘πε η Σιμόν. Τα βήματα είχαν σταματήσει, δε μπορούσαμε όμως να δούμε ποιος ερχόταν. Και των δυο μας οι ανάσες είχαν κοπεί. Έτσι τουρλωμένος όπως ήταν ο κώλος της, έμοιαζε πράγματι με πανίσχυρη ικεσία, τόσο τέλειος ήταν, με τους δυο στενούς κι αφράτους του γλουτούς, που τους χώριζε το βαθύ σχίσμα στη μέση και δεν είχα καμιά αμφιβολία πως είτε άντρας ήταν αυτός ο άγνωστος, είτε γυναίκα, γρήγορα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θ’ αναγκαζόταν, βλέποντας αυτόν τον κώλο, να τραβήξει μιαν αβυσσαλέα μαλακία. Τα βήματα όμως ξανακούστηκαν, πιο βιαστικά τώρα, σχεδόν σα τρέξιμο και ξαφνικά είδα να εμφανίζεται ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι, η Μαρσέλ, απ’ όλες μας τις φίλες ή πιο αγνή κι η πιο ευάλωτη. Εμείς οι δυο όμως ήμασταν πολύ σφιχτά μπλεγμένοι με τη φριχτή στάση που ‘χαμε πάρει και δε μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, οπότε ξαφνικά ή έρημη φίλη μας σωριάστηκε καταγής και ζάρωσε στα χόρτα κλαίγοντας με λυγμούς. Τότε μόνο λύσαμε το εξωφρενικό μας αγκάλιασμα και ριχτήκαμε πάνω σ’ ένα εγκαταλειμμένο σώμα. Η Σιμόν της σήκωσε τη φούστα, της έσχισε τη κυλότα και μου ‘δειξε συνεπαρμένη, ένα καινούργιο κώλο, το ίδιο ωραίο, το ίδιο τέλειο με τον δικό της, που έπεσα κι άρχισα να τον φιλώ με λύσσα, ενώ συγχρόνως έτριβα τον κώλο της Σιμόν που τύλιξε τα μπούτια της γύρω από τη μέση της παράξενης Μαρσέλ, η οποία το μόνο πια που δεν έκρυβε ήταν οι λυγμοί της.
 
-”Μαρσέλ”, της φώναξα, “σ’ εξορκίζω, σταμάτα να κλαις. Θέλω να με φιλήσεις στο στόμα…” Τα ωραία της ίσια μαλλιά της τα χάιδευε η Σιμόν δίνοντάς της παντού τρυφερά φιλιά.
Στο μεταξύ, ο καιρός είχε γυρίσει για τα καλά στη καταιγίδα και μαζί με τη νύχτα, άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, φέρνοντας χαλάρωση, μετά το πλάκωμα της αποπνικτικής ζέστης μιας ολάκερης μέρας που δε κουνιόταν φύλλο. Η θάλασσα έκανε τώρα φοβέρο θόρυβο που τον σκέπαζαν τα μακρόσυρτα μπουμπουνητά του κεραυνού και με τις αστραπές μπορούσα κι έβλεπα ξαφνικά, σα να ‘ταν μέρα μεσημέρι, τους δυο αυνανιζόμενους κώλους των κοριτσιών που δε βγάζανε πια λέξη. Τα τρία κορμιά μας τα υποδαύλιζε βάναυση φρενίτιδα. Δυο νεαρά στόματα συναγωνίζονταν ποιο θα κάνει δικό του τον κώλο μου, τ’ αρχίδια μου και τη ψωλή μου, εγώ όμως άνοιγα κι όλο άνοιγα, γυναικεία σκέλια υγρά από σάλια ή σπέρμα σα να ‘θελα να ξεφύγω από το σφιχταγκάλιασμα ενός τέρατος, αλλ’ αυτό το τέρας δεν ήταν άλλο από τη τρομαχτική βία των κινήσεών μου. Τελικά, η ζεστή βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς κι έκανε τελείως μούσκεμα τα σώματά μας που δε κρύβανε πια τίποτα. Δυνατοί κεραυνοί μας συγκλόνιζαν και φούντωναν κάθε φορά και περισσότερο την αγανάχτησή μας, κάνοντας μας να βγάζουμε κραυγές λύσσας που επαναλαμβάνονταν με κάθε αστραπή, γιατί η καθεμιά έβγαζε στο φως τα γεννητικά μας όργανα. Η Σιμόν είχε βρει μια γούβα με λάσπη και λάσπωνε το σώμα της πασαλείβοντάς το έξαλλη: μαλακιζόταν με το χώμα και τρανταζόταν από βίαιες συσπάσεις ηδονής καθώς τη μαστίγωνε η μπόρα, ενώ εγώ είχα το κεφάλι μου χωμένο σφιχτά ανάμεσα στα λασπωμένα μπούτια της κι αυτή το πρόσωπό της βουτηγμένο στα λασπόνερα, όπου πηγαινόφερνε μ’ άγριες κινήσεις τον κώλο της Μαρσέλ την οποία είχε πλοκαμιάσει τυλίγοντας το ένα της μπράτσο γύρω από τη μέση της, ενώ με τ’ άλλο χέρι είχε γαντζώσει τον γλουτό και τον τραβούσε και τον άνοιγε με δύναμη…


Μεταφρ. Δημήτρης Δημητριάδης