Ολα αυτα που ειδα τις μερες που εργαστηκα στο νοσοκομειο επηρεασαν βαθυτατα την ψυχολογια μου και μαλιστα μπορω να πω οτι αναθεωρησα τις αποψεις μου για τον ανθρωπο, τη ζωη και τον Θεο. Αρχισα σιγα σιγα να κατανοω την αληθεια, κατι που με τον καιρο συνειδητοποιησα πως προκειται για το πιο επικινδυνο πραγμα απο ολα. Αρχισα να σκεφτομαι οτι η θρησκεια, το αγαθο πνευμα του Χριστου και οι πατερες τις εκκλησιας μονον καλο εκαναν στην ανθρωποτητα. Το ανθρωπινο μυαλο ποσο μπορει να αντεξει στον πονο και την θλιψη, στην εξαθλιωση και την πσρακμη? Που σταματανε τα ορια της λογικης και ποιος τολμα να βαδισει στα μονοπατια της τρελας? Καθε φορα που γυρνουσα στο σπιτι μετα τη δουλεια, ενιωθα οτι περπατουσα μονος μου στη πολη, βυθισμενος μεσα στις σκεψεις μου, αναρωτιομουν πως ο ανθρωπος θα αντεχε το βαρος της πραγματικοτητας αν ξαφνικα τραβουσαμε το φανταχτερο, γεματο αγαπες, φιλους και αγγελους χαλι κατω απο τα ποδια του και πως, τοτε, θα ματωναν τα γονατα του απο τα παρακαλητα σε εναν αδιαφορο Θεο. Παρακμη και εξαθλιωση. Αγαπη και φροντιδα. Οι σκιες του Διαβολου και των Αγγελων με ακολουθουσανε μεσα στις αιθουσες και τα δωματια του νοσοκομειου, επαιζαν μαζι μου και ταρακουνουσαν τη σκεψη μου. Απο τη μια ο Κακος να μου ψιθυριζει την απολυτη ματαιοτητα των παντων και απο την αλλη οι Φυλακες των Μυστικων οτι το μονο που εχει σημασια στο ταξιδι σου ειναι να αινεις τον Κυριο, καθως αυτος θα σε δοκιμαζει. Τα νοσοκομεια ομως ειναι μια μικρη κολαση και ολοι ξερουμε ποιος ειναι ο αφεντης της. Ετσι λοιπον, οι σκεψεις μου για την ματαιοτητα της ανθρωπινης υπαρξης επικρατησαν, αρχισα να βλεπω ανθρωπους να περιφερονται σαν κουφαρια χωρις νοημα και σκοπο, χωρις να γνωριζουν τι… δεν τους περιμενει μετα, χωρις να σκεφτονται οτι το λευκο κρεβατι του ασθενη καποια στιγμη θα φιλοξενησει το αδυναμο και σιχαμερο κορμι τους. Ο Διαβολος βουτηξε το δαχτυλο του στη πικρη αληθεια και επειτα το πιεσε μεσα στο κεφαλι μου. Ξεφνικα ολα φανταζαν τοσο διαφορετικα που ηταν λες και εβλεπες την ζωη μεσα απο βουβη, ασπροομαυρη ταινια του 1920. Αυτη η αισθηση μου ειχε δημιουρησει και μια αποστροφη απο το φαγητο με αποτελεσμα να αδυνατησω ακομα περισσοτερο.
Ο ουρανος ηταν ενα απεραντο γκριζο και η υγρασια για αλλη μια μερα ηταν στο μεγιστο. Δεν ειχε σχεδον καθολου κρυο για Νοεμβρη αλλα υπηρχε μια αισθηση στη μουντη ατμοσφαιρα οτι θα ακολουθησει ενας πραγματικα βαρυς χειμωνας. Ηταν 7.00 το πρωι. Η Παλια Πολη θυμιζε αλλες εποχες ετσι υγρη και ησυχη που ηταν, τα κορακια ειχαν σκαρφαλωσει στις καμιναδες σπρωχνοντας το ενα το αλλο για μια καλη θεση κι εγω απολαμβανα ενα ζεστο καφε κοιταζοντας εξω το γραφικο χειμωνιατικο τοπιο. Παντα ηθελα ενα σπιτι οπου να μπορω να βαλω το γραφιακι μου στο παραθυρο και αυτη τη φορα βρηκα αυτο που εψαχνα, ενα γραφικο στουντιο με ξυλινα επιπλα και ενα ομορφο μπαλκονακι που βλεπει μπροστα στο πεζοδρομο με τις λαμπες να θυμιζουν παλιο Παρισι. Ρουφηξα την τελευταια γουλια πριν φυγω και εριξα μια ματια στον υπολογιστη μου για το προγραμμα αποκαταστασης και το ιστορικο του ασθενη που ειχα για σημερα: Σταματης Δουκας, 67 ετων, κρανιοεγκεφαλικη κακωση απο πεσιμο στο σπιτι. Μαλιστα…
Ο δρομος μου για τη σταση του λεωφορειου περνουσε απο δυο εκκλησιες, τον Προφητη Ηλια και τον Αγιο Δημητριο, και οι δυο εκκλησιες παλιες, γεματες ασχημες μνημες και φωνες μαρτυρων απο τα υπογεια. Μου αρεσουν οι παλιες εκκλησιες, κυριως για την ιδιαιτερη αρχιτεκτονικη τους και για το οτι μπορουσα να παω και να ηρεμησω στις αυλες, σε ενα παγκακι, ακουγοντας την αγαπημενη μου μουσικη στα ακουστικα. Καθως συνεχισα να βαδιζω επιασα τον εαυτο μου να εχει αφαιρεθει τελειως απο τη πραγματικοτητα – κατι που τον τελευταιο καιρο συνεβαινε συχνα - και να ταξιδευει στις αιθουσες και τα δωματια του νοσοκομειου, οχι, δεν βιαζομουν να παω να εργαστω, απλα στο δωματιο που βρεθηκα ξαφνικα υπηρχε μονο πονος και απογνωση… εκει μεσα ειχαν μεταφερει πριν 6 μηνες ενα παλικαρι μολις 24 χρονων με βαρια τραυματα στο σωμα και το κεφαλι. Η βλαβη ηταν ανεπανορθωτη, ενα μεγαλο μερος του κρανιου ειχε αφαιρεθει και ο καημενος Βασιλακης δεν επικοινωνουσε καθολου, απο την μοιραια μερα εως σημερα δεν εχει δωσει κανενα σημαδι οτι καταλαβαινει τους γυρω του, ουτε καν οταν η μητερα του ζητησε να του βαλουμε λιγη κανελα στη μυτη μιας και ηταν η αγαπημενη του μυρωδια. Καμια αντιδραση. Οι γιατροι ειχαν εστιασει δινοντας ολες τις δυναμεις τους στον εγκεφαλο με αποτελεσμα να παραμελησουν το σωμα και ετσι η κυφωση, τα παραμορφωμενα μελη αλλα και η οψη του αγοριου να κανουν ακομα πιο θλιβερη την κατασταση. «Ηταν στο φαναρι με το μηχανακι, μολις πριν πεντε λεπτα μου ελεγε «Μανα, κανε καφε γιατι σου εχω τα καλυτερα νεα…». Ενας οδηγος, ενα καθαρμα, με υπερβολικη ταχυτητα τον πεταξε πανω απο εισοσι μετρα… γιατι το παιδι μου? Κοιτα λιγο τα ματια του και πες μου, γιατι στο παδι μου?» Τα ματια του ηταν πραγματικα αγγελικα, ειχαν ενα τοσο εντονο μπλε χρωμα που μια μερα αναρωτηθηκα αν ηταν και πριν ετσι. Ειναι το χειροτερο περιστατικο που εχω αναλαβει, το πιο δυσκολο και το πιο ψυχοφθορο. Οι γονεις εχουν γεμισει το δωματιο του Βασιλη με εικονες Μαρτυρων και… «Ει!!! Μα καλα θα σε πατησει κανενα αμαξι ετσι που πηγαινεις, δεν ακους που σε φωναζω?» Μια γλυκια φωνη ηρθε να μου θυμισει οτι δεν περπατω μονος μου στο δρομο. Ηταν η Καιτη… Καιτη… ενα κοριτσι που επαιξε καθοριστικο ρολο στη ζωη μου και με επηρεασε οσο κανεις αλλος. «τελευταια σε πετυχαινω συνεχεια, ουτε ραντεβου να διναμε σε αυτο το σημειο. Πας στη δουλεια, ε?» ειπα καπως αμηχανα, με τον ηχο της φωνης μου μολις να μπορει να ακουστει.
«θα σε επαιρνα τηλεφωνο, θες να ερθω σπιτι σου σημερα το βραδυ? Ο αδερφος μου ηρθε χθες απο Κρητη και εφερε τη καλυτερη φουντα που εχω δοκιμασει! Λοιπον, τι λες? Σου εχω και μια εκπληξη…»
Την κοιταξα μεσα στα τεραστια, γεματα ζωντανια ματια της και αναρωτηθηκα πως μπορει να ειναι συνεχεια χαρουμενη. «Ωχ, οταν μιλας για εκπληξεις παντα κατι εντελως τρελο ετοιμαζεις… νομιζω οτι κατα τις 10.00 ειναι καλα για να μου χτυπησεις το κουδουνι. θα ηθελα να σε δω και να τα πουμε γενικα»
«τελεια! Σε αφηνω γιατι εχω αργησει – οπως παντα – και δεν με παιρνει να μεινω παλι χωρις εργασια. Οσο για την εκπληξη, αυτη τη φορα θελω να σε τρομαξω, να σε ταρακουνησω! Ελα, τα λεμε…»
Μου εδωσε ενα φιλι στο κουτελο λες και ημουν κανενα παιδακι.. μα που τη βρισκει τοση αυτοπεποιθηση? Την κοιταζα καθως απομακρυνοταν μεσα στα μαυρα της ρουχα και τα κοκκινα μακρια μαλλια της. Εκεινη, με ενα χαμογελο που εσταζε δηλητηριο μου εριχνε κλεφτες ματιες. Ηταν αναμφιβολα εκρηκτικη.
Σηκωσα το χερι και ενα οχημα γεματος αδιαφορους ανθρωπους με προσωπα γεματα απεχθεια σταματησε μπροστα μου. Ο Χαρος ειχε κανει σταση και φυσικα ο προορισμος ηταν μια μικρη κολαση, ενα νοσοκομειο.
Η σκεψη μου ειχε μεινει στο δωματιο του Βασιλακη, ομως, εδω θεωρω απαραιτητο να πω δυο λογια και για τη φιλη μου τη Καιτη.
(συνεχιζεται…)